εβραιολόγος

εβραιολόγος

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "εβραιολόγος" в других словарях:

  • εβραιολόγος — ο, η επιστήμονας ειδικός στην εβραιολογία …   Dictionary of Greek

  • εβραιολόγος — ο, η επιστήμονας που ασχολείται με την εβραιολογία (βλ. λ.), εβραϊστής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -λόγος — (AM λόγος) β συνθετικό πολλών παροξύτονων ονομάτων και επιθέτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που δηλώνουν αυτόν που λέει ό,τι δηλώνει το α συνθετικό (αισχρολόγος «αυτός που μιλάει αισχρά», ευφυολόγος «αυτός που λέει έξυπνα αστεία») ή αυτόν που …   Dictionary of Greek

  • εβραϊστής — ο εβραιολόγος …   Dictionary of Greek

  • Ντομπρόφσκι, Τζόζεφ — (Josef Dobrovsky, 1753 – 1829). Τσέχος ιησουίτης και φιλόσοφος. Σπούδασε σε ιησουίτικο κολέγιο και στο πανεπιστήμιο του Παρισιού και έγινε διευθυντής σε σεμινάριο και μέλος της ρωσικής Ακαδημίας. Διακρίθηκε ως ιστορικός, ερμηνευτής, παλαιογράφος …   Dictionary of Greek

  • Χαΐμης, Μωυσής — (1864 – 1929). Εβραιολόγος, ιουδαϊκής καταγωγής. Έζησε στην Ελλάδα. Διετέλεσε ανταποκριτής πολλών ξένων εφημερίδων και πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας της Κέρκυρας. Ίδρυσε στην Κέρκυρα τον Ισραηλίτη Χρονογράφο (1899 – 1901) και στην Αθήνα… …   Dictionary of Greek

  • εβραϊστής — ο εβραιολόγος (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»